δενδρώδης

δενδρ-ώδης, ες,
A = δενδροειδής, tree-like, Arist.Long. 467b1, Dsc.4.164, 173, Heraclit.Incred.23.
2 δ. Νύμφαι woodnymphs, AP7.196 (Mel.).
3 wooded,

ὄρη Hp.

Aër.13.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δενδρώδης — tree like masc/fem acc pl (attic epic doric) δενδρώδης tree like masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) δενδρώδης tree like masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδρώδης — ες (AM δενδρώδης, ες) [δένδρον] γεμάτος με δένδρα, δασώδης αρχ. 1. ο όμοιος με δένδρο, ο δενδροειδής 2. (ως επίθ. τών Νυμφών) «δενδρώδεις Νύμφαι» οι νύμφες τού δάσους …   Dictionary of Greek

  • δενδρώδει — δενδρώδης tree like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) δενδρώδης tree like masc/fem/neut dat sg δενδρώδεϊ , δενδρώδης tree like dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδρώδη — δενδρώδης tree like neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δενδρώδης tree like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) δενδρώδης tree like masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδρῶδες — δενδρώδης tree like masc/fem voc sg δενδρώδης tree like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδρώδεα — δενδρώδης tree like neut nom/voc/acc pl (epic ionic) δενδρώδης tree like masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδρώδεις — δενδρώδης tree like masc/fem acc pl δενδρώδης tree like masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδρωδῶν — δενδρώδης tree like masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδρώδεσι — δενδρώδης tree like masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μπουρκίνα Φάσο — Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα ΒΑ με τον Νίγηρα, στα ΒΔ με το Μάλι, στα Να με την Ακτή του Ελεφαντοστού και στα Ν με την Γκάνα, το Τόγκο και την Μπενίν.H M.Φ. δημιουργήθηκε το 1960 από τον διαμελισμό της Γαλλικής Δυτικής Aφρικής και… …   Dictionary of Greek

  • τουρκιά — Χώρα της εγγύς Ανατολής. Το ευρωπαϊκό τμήμα της συνορεύει με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος, τον Εύξεινο Πόντο και την Προποντίδα. Το ασιατικό τμήμα της συνορεύει με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.